NIKE 'S POEM

ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ

Εκεί, κάτω από τα ένθεα τρομερά ύψη
του βουνού Σάος, οριοθετήθηκε
σε χώρο τέλειο η άφθαρτη,
αιώνια Ωραιότητα.

Σμιλεμένη με χάρη,
διακριτικά,
η ύψιστη θεωρία εν τόπω ετέθη
μπροστά στα μάτια των έτοιμων.

Υψώθη το σώμα της θεάς, εφάνη
από του Ρόδιου γλύπτη τα χέρια,
για ν’ αναγγέλλει βέβαιη νίκη
εξυψώνοντας την ανθρώπινη ύπαρξη·

δίκαια ν’ αναγγέλλει
ότι του πνεύματος η δύναμη
είναι η αναπόφευκτη ήττα του βέβηλου,
γι’ αυτό «αμύητον μη εισιέναι»
στο άδυτο της θεάς!

Ω χρυσόφτερη Νίκη,
ριπές φωτός με πνεύμα εξαποστέλλεις
απ’ το πανώριο σώμα σου.

Έτσι σμιλεύτηκες,
να εκμαιεύουν τα πλήθη
από την τελειότητα της μορφής σου
τον άρρητο λόγο της λύτρωσής τους.

Πανάρμονη,
μετρημένη με δικαιοσύνη και σωφροσύνη,
με επιστήμη και ανδρεία πλάστηκες,
εύρυθμη, ευσχήμων και ευάρμοστη,
ευδαίμων Κόρη·

ν’ αναδεικνύεις πλάστηκες
κάτω από τις διάφανες των ιματίων σου πτυχώσεις
το ύψιστο ιδεώδες της ζωής.

Εσένα ζήλεψαν,
σ’ έσυραν στα παζάρια των εθνών,
στις αγορές της άγνοιας σ’ επέδειξαν,
να θησαυρίζουν ξένη δόξα
οι τυμβωρύχοι ληστές της γνώσης.

Εσένα, Κόρη, ζήλεψαν, τη σπίθα της ψυχής σου,
και την ταξίδεψαν στα σκοτάδια του κόσμου
το φωτεινό πεπρωμένο σου λαχταρώντας
έπαθλο να εξαργυρώσουν οι αδαείς.

Όχι τυχαία, στην αρπαγή σου απέκρυψες
το κάλλος του πρόσωπού σου·
της κεφαλής σου θυσία ηθελημένη
ο ακρωτηριασμός,
της νόησης τις πύλες όταν μέσα σου έκλεισες
και χάθηκε από τα μάτια το ιερό μονοπάτι.

Των μυημένων, των ηρώων και των ημίθεων
την πορφυρή κορδέλα όταν μάζεψες
πύρινο κουβάρι στον κόρφο σου,
τα άρρητα μη λέγειν ορκίστηκες,
φλόγα μυστική στα στήθη σου να σιγοκαίει.

Να μη γνωρίζουν, σιώπησες,
αθανασία οι ανίεροι θνητοί,
πράγματα πέραν του ουρανού
το βλέμμα να μη βλέπει
στα υπερουράνια, τ’ ανύμνητα τοπία
που των φτερών σου η δύναμη τους άξιους οδηγεί.

Η κεφαλή σου
φως των παρθένων Ιδεών
ανεύρετο στους αιώνες,
αμύητοι να παραμένουν όσοι δεν δύνανται ν’ ανυψωθούν
εξιδανικεύοντας με τη λεπτότατη των λογισμών σου ουσία
τη δική τους όψη.

Ω, εκεί
αρπαγμένη εσύ, σε ξένο τόπο,
προστατευμένη από ξένη αγκαλιά, σε ξένη γη,
στήθηκες
φάρος για τον καθένα που νοσταλγεί,
μπροστάρισσα στο πνεύμα των εθνών,
καλωσόρισμα του ήθους
η έκπαγλος ελληνική μορφή σου.

Ιδέα τέλεια, από το όρος της Ίδης ερχόμενη,
ακμαία, ισχυρή παρουσία,
πηγή της Μνημοσύνης η θέα σου,
να καταργεί με ξάφνιασμα τη λήθη.

Από εκεί,
αφού γενναιόδωρα δωρίστηκες,
αφού τον πόθο άναψες για το ιδανικό πρόσωπο,
κραυγάζεις ασίγαστη τώρα
την επιστροφή στο ιερό σου,
εκεί που σε θέλησε η ανώτατη σκέψη των θεών σου.

Ω, ανυποχώρητη κραυγάζεις το αίτημά σου, Κόρη,
και απ’ των σπλάχνων σου το βάθος
ο λόγος σου
με δύναμη χτυπά τις πόρτες των λαών
και απαιτεί δίκαια τον πυρσό των μεγάλων ιεροφαντών
στα χέρια σου να ’ρθει ξανά.

Κραυγάζεις, θεά, εγκλεισμένη σε ψεύτικη αίγλη:
«Μη φυλακίζετε την ελευθερία μου,
μην αλυσοδένετε άλλο την αλήθεια μου».

Καταγγέλλεις με τη θεία,
τη στεντόρεια των μυστών που γαλούχησες φωνή
τους χρυσοθήρες που έκλεψαν
κομματιάζοντας τη ζωή σου,
τον όλεθρο καταγγέλλεις,
την οδύνη και τη φτώχεια που σκόρπισες
όταν αρπάχτηκες από το σπίτι σου,

και καθοδηγείς από εκεί
την αγνωσία των πολλών
προς το λίκνο της χρυσής, δικής σου εποχής,
ταπεινωμένη τώρα πατρίδα
που χειραγωγεί η ανάγκη,
το ύψιστο έλλογο νόημα όταν εξέπεσε
από την επιβαλλόμενη ένδεια του νου.

Αυστηρά δείχνεις τον δρόμο του γυρισμού σου,
την εστία της αειζώου φλόγας
απ’ όπου ξεπήδησε ο Νοήμων Σπινθήρας σου.

Δείχνεις, στραμμένη ολόκληρη προς εκείνο,
το γαλανό, βαθύ της ψυχής πέλαγος,
τον απλό αλλά θαυμαστό τόπο
που τόσο σοφά γέννησε την μεγαλοσύνη σου,

Νίκη της Σαμοθράκης!

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Νίκη,
τέρπουσα το γένος του Πάλλαντα και της Στυγός,
του Διός γοργόφτερη φέρουσα μνεία,
να εξυμνήσεις αποστέλλεσαι
το χαρμόσυνο τούτο άγγελμα.

Ω, εύχαρις μειδιάς και αναγγέλλεις
των οδυνών σου το αίσιο τέλος:

Μακαρίζω εγώ, η θεία φωνή,
την καλότυχη εκπληρωμένη ευχή
του τόπου που με γέννησε.

Της λύτρωσης
απαγγέλλω διθύραμβο λόγο,
της ψυχής μου τον νικηφόρο παιάνα
που σιώπησα αιώνες βουβή,

και ευδαίμων
στην εστία μου ελεύθερη κατοικώ,
αναβλύζουσα ως πηγή
τα ιάματα της δόξας.

Του προσώπου μου ξεσκεπάζω την ωραιότατη θέα,
αποκαλύπτω τα μη φανερά,
τα αόρατα κάνω ορατά.

Στων δικαίων τα χέρια
προσφέρομαι ιερή σπονδή,
και αναφαίνουσα ασφαλής
το φως μου ανατέλλω.

Των αθανάτων αναδεικνύω
την ευτυχή, την πανώρια οδό,
και τα λαμπρότατα
που εκλάπησαν αξιομνημόνευτα πλούτη μου
πίσω στους άξιους επιστρέφω.

Από τα άδυτα της μνήμης μου
των καθαρών τη στολή
απαστράπτουσα ως πρώτα ανασύρω,
στο ιερό μου προίκα απλώνω,
και με του Ήλιου το πρωτογέννητο της πατρίδος μου φως
τα δάκρυα των τέκνων μου στεγνώνω.

Στων ηρώων τα πόδια
στέφανο αμάραντο,
γενναιόδωρη προσφέρομαι
ανταμοιβή,

και στων ημίθεων το πνεύμα
ειρήνη βεβαιωμένη από την ήττα των βαρβάρων
αεί δωρίζομαι.

Δέντρο αειφόρο που αυξάνομαι
και δύναμη παίρνω
από το προγενέθλιο, το αήττητο σπέρμα
κλώνους αθανάτους απλώνω
και άνθη σωτήρια καρπίζω,
ευωδία σκορπίζω των Ελλήνων το πνεύμα.

Με των φτερών μου την κραταιά βοή,
αλαλαγμούς χαράς που σείουν τη γη,
τας θύρας των ιερών υδάτων ξεκλειδώνω
που των Καβείρων σφράγισε το πυρωμένο χέρι.

Ποταμούς αειζώους τα μυστήρια ελευθερώνω,
μ’ ανεμπόδιστη που ρέει ορμή
άδοντας το πύρινο άσμα
των λίγων τη γνώση πληθαίνω.

Ξίφος εγώ τροχισμένο στον αβάσταχτο νόστο,
καινούργια στη γη μου χαράζω νοήμονα ζωή.

Φλόγα αναμμένη ο πυρσός της ψυχής μου,
στα αιθέρια του νου μονοπάτια
το μυστήριο της γένεσης φωτίζω.

Ανασύρω από τ’ άναστρα βάθη
την υπέρθεη
φαεινότερη του ανδρόγυνου γνώση,
την ολόκληρη του Αδάμα
τη στρόγγυλη όψη.

Στων σπλάχνων μου την άναρχη μήτρα
τη σάρκα του άσαρκου πλάθω ξανά,
μεταλλάσσω τη γη σε σεπτό ουρανό,
αθάνατο κάνω κάθε θνητό·
ομοίωσις θεώ
κατά το μέγιστο δυνατό,
την ώριμη τούτη στο μεσουράνημα ώρα
μαζί μου ως υψώνω το ανθρώπινο όν.

Στο ανεκδήλωτο δίνω την απολλώνια,
τη δήλια του Φοίβου μορφή,
λόγο προσφέρω ορθό στην ανήμπορη, στείρα σιωπή.

Της ανώτερης όρασης γεννώμαι
το αδιάψευστο φως
κι ανοίγω τα κοιμώμενα του ύπνου
εφτασφράγιστα μάτια.

Χρυσή αστραπή
που χτυπώ με βροντή
ανασταίνω
τη νεκρή των παιδιών μου καρδιά
και αναπνέω, ω, αναπνέω,
νεογέννητη στα στήθη τους της σοφίας
η πρώτη ανάσα.

Τον θείο, τον εύοσμο Λόγο
σ’ ένδοξα χείλη δωρίζω,
της νεότατης των Ελλήνων μορφής
αναψύχουσα το κλέος ως τότε χαρίζω.

Κι απ’ τα στήθη μου μέσα
γαλανόμορφη ανεμίζω
αδαμάντινο σπαθί την τιμή μου
που περήφανη θαρρετά την υψώνω.

Μες στο άβατο ιερό μου
τη φλόγα της δόξας ανάβω ξανά,
εύμορφη,
σεβάσμια Αξιόκερσα Κόρη
την αλήθεια στεριώνω,

και στα ίχνη του χθες
θεσπέσιο του πνεύματος
της τελείωσης σώμα
στέκομαι πάλι ορθό,
ολάνοιχτη πύλη,
καλωσόρισμα εγώ ιερό.

«Χαίρε, ω, χαίρε!» αναγγέλλω
στη νέα που ξημερώνει
ημέρα.

NIKE OF SAMOTHRACE

THE CLAIM

There, below the great god-inspired peaks
of mount Saos, perfect grounds
delineated the incorruptible,
eternal Beauty.

Gracefully sculpted,
discreetly,
the supreme theory was laid
before the eyes of the ready ones.
 
The Goddess’ figure rose up and shone
out of the Rhodean sculptor’s hands,
to herald a most clear victory
exalting the existence of man;

to ever rightfully proclaim:
the power of the spirit
is the inexorable defeat of profanity
for “the uninitiated may enter not”
into the goddess’ innermost shrine!

O golden-winged Nike,
bursts of light with spirit you send
from your beauteous body.

Thus you were sculpted,
so the multitudes may draw out
of the perfectness of your form
the ineffable logos of their deliverance.

O most harmonious,
measured with science and justice
in wisdom and valiance formed,
perfect in rhythm, composition and form
you, blissful Maiden;

fashioned to exalt
under the diaphanous folds of your cladding
life’s high-most ideal.
Envious were they of you,
dragged you they to the markets of the nations,
at the fora of ignorance did they show you,
to treasure foreign glory
they, tomb-raiding thieves of knowledge.
 
Envious were they, O Maiden, of you, that spark in your soul,
and they took it to the darkness of the world,
yearning for your bright destiny
redeemable a prize at a layman’s hands.
Not by accident, did you hide
upon your abduction the beauty of thy face;
the severing of your head
a willing sacrifice,
when you shut the gates of intelligence inside you
and the sacred path vanished from the eyes.

Of votaries, heroes and demigods
the purple ribbon when you rolled
into a fiery skein in thy bosom,
you vowed to keep the ineffable
a secret flame smouldering in your breast.

You kept silent, so that the unholy mortals
know not of immortality,
throw not a glance
on things beyond the skies
at the supracelectial ineffable landscapes
where your wings’ strength takes the worthy.
Your head
light of virgin Ideas
nowhere to be found, ages now;
so those incapable of ascent may forever remain uninitiated,
exalting their own appearance
by the finest essence of your reflections.

There, you, the abducted one,
in foreign a place, on foreign a land,
guarded in a foreign embrace,
you were displayed,
a beacon for every reminiscing soul,
a leading light to the spirit of the nations,
a welcome of ethos
thy splendid Grecian form.
 
An Idea perfect, descending from mount Ida,
audacious a presence and strong,                         
your sight a fountain of Mnemosyne,  
dissolving Lethe asudden.
From there,
after having been generously given,
and incited burning desire for the ideal visage,
you now cry out incessantly
for return to your sanctuary,
wherein the supreme mind of your gods willed you.
 
Unyieldingly you cry out your claim, O Maiden,
and from the depths of your being
your logos
shakes forcefully the doors of the nations
to claim the great hierophants’ torch,
a rightful return to your hands.
Enclosed in false glamour, you cry out, O goddess:
“Do not confine my freedom,
do not chain my truth any more”.

You denounce the gold-diggers
that stole and tore your life apart,
in the divine, stentorian voice
of the mystai nurtured by you;
you denounce the devastation,
the agony and destitution you spread
as you were ripped away from home;
 
and from there you guide
the ignorance of the many
toward the cradle of your golden age,
now a humiliated homeland
at the merciless hands of necessity,    
just as the highest sentient meaning fell
’cause of imposed penury of the mind.
 
Sternly you show the way of your return,
the hearth of your everlasting flame
whence your Intelligent Spark did fly.
 
You show, as if entirely turning towards
that deep, blue sea of the soul,
the simple yet wondrous land  
that most wisely engendered thy greatness,
 
Nike of Samothrace!

THE RETURN
 
Nike,
delighting the generation of Pallas and Styx,
swift-winged messenger of Zeus,
sent down to herald
a joyous announcement.

O gracious, smiling do you announce
of your woes the auspicious end:
 
I, the divine voice, bless
the honouring of this fortunate wish
of the land that gave birth to me.
 
I recite the dithyramb,
of my deliverance,
the victorious paian of my soul
that I suppressed, for ages mute.
 
Blissful
and free do I dwell in my home
springing forth like a source
ointments of glory.
 
Of my face I reveal the beautiful sight,
I reveal the non-manifest,
things invisible, visible I turn.
To the hands of the righteous
do I offer myself as sacred libation,
and resurfacing unharmed
I shine my light again.
 
I show the happy, fairest path
of the immortals,
and the thieved, splendid,
memorable riches,
I return to the worthy ones.
 
From the depths of my memory,
the vestures of the pure
shining bright I raise as erst,
like dowry I display in my temple,
at the Sun’s firstborn light of my land
the tears of my children do I dry.
 
Unto the heroes’ feet
myself, an unwithering wreath,
do I generously offer
ample return;
 
and unto the spirit of the demigods
like peace confirmed by the barbarian defeat
I donate myself forever and ever.
Akin to a perennial tree that grows,
I derive strength
from my prenatal, invincible germ;
I grow ever living boughs
and salvific flowers I bloom,
I release the Hellene’s fragrant spirit.
 
With the powerful flap of my wings,
cries of joy that shake the earth,
I force the gates of the holy waters open
that were sealed by the fiery Kabeirean hand.
 
I release the mysteries, rivers ever-living
that impetuously flow unhampered,
and singing the fiery chant,
Ι enhance the knowledge of the few.
 
A sword, I, honed by unbearable longing for home
I offer my land sentient life anew.
The torch of my soul a flame glowing,
through the aetherial paths of the mind
I illumine the mystery of genesis
 
I unleash from the starless deep
the supradivine,
bright knowledge of the androgyne.
that of Adamas’ whole,
spherical form.

In the unoriginate receptacle inside me,
the flesh of the discarnate I form again,
I transform the earth into venerable sky
rendering any mortal immortal;
in the likeness of god,
so far as possible,
at this ripe zenithian hour
up with me I raise the human being.

I give the unmanifest, Phoebus’
Delian, Apollonian form,
offering of reason to the feeble, dry silence.
 
I become the irrefutable light
of a higher vision
and I open sleep’s sleeping
seven-times-sealed eyes.
Golden lightning
a strike of thunder
I restore to life
my children’s dead hearts
and I breathe, O, I breathe
the newborn breath of wisdom
in their chest afresh.
 
The divine, fragrant Logos
I offer to the glorious lips
of the ever young form of the Greeks
reviving I grant them glory as erst.
 
And out of my chest,
I wave my blue-coloured honour
like adamant sword,
I raise it proud and bold.
The flame of glory I light again
in my sanctuary’s secret shrine,
a most beauteous,
venerable, Axiokersa Kore,  
Ι establish the truth,

and on the trail of the past
a divine Body
of the spirit of perfectness
I stand upright again,
Ι, wide-open a gate
a holy welcome, I.
 
“Hail! Hail!” I greet
the day that breaks bright
anew.

VICTOIRE DE SAMOTHRACE

L' APPEL

Là-bas sous les terribles hauteurs divines
du mont SAOS,
furent posés

dans un lieu parfait, les jalons de l’éternelle
impérissable Beauté,

sculptée avec grâce,
discrétion,

la plus haute théorie fut dressée
devant les yeux des gens prêts.

Fut érigé le corps de la Déesse, apparu
des mains du sculpteur rhodien
pour annoncer
une Victoire certaine,
sublimant l’existence humaine,

pour annoncer, à raison

« que la puissance de l’esprit
est l’inévitable défaite du profane »,
aussi « non-initié, garde-toi de pénétrer »
l’adyton de la Déesse !

Ô, toi aux ailes dorées,
les rais de lumière spirituelle
que renvoie ton corps sublime.

Ainsi t’a-t-on sculptée,

pour que les « foules » puissent extraire
de la perfection de tes formes
l’ineffable motif de leur délivrance.

Ainsi t’a-t-on sculptée, tout harmonie,

mesurée en justice et bon sens,
faite de sagesse et de vaillance, bienheureuse Korè,

pour que tu révèles sous
les plis diaphanes de tes habits
l’idéal suprême de la vie.

C’est toi qu’ils envièrent ;
ils te traînèrent à la foire des nations
sur les marchés de l’ignorance
afin que thésaurisent d’une gloire étrangère

les voleurs de tombeaux, les pilleurs du savoir.

C’est toi,
Korè, qu’ils envièrent,
l’Etincelle de ton âme,
ils l’emmenèrent aux « ténèbres » du monde,

jalousant ta superbe destinée
trophée monnayable pour les ignorants.

Lors de ton rapt tu dissimulas – tout sauf un hasard –,
les charmes de ton visage,
de ta tête le délibéré sacrifice, ta mutilation
lorsque qu’en toi tu fermas les portes de l’entendement
et qu’aux yeux se déroba le chemin sacré,

des initiés, des héros et des demi-dieux
tu recueillis le ruban pourpre

pelote enflammée du savoir contre ton torse
tu fis serment de ne jamais dire l’indicible,

une flamme secrète dans ta poitrine brûle à feu doux
pour que les mortels impies n’y aient accès
tu as tu l’immortalité,

et le « regard » de ne rien voir
des choses au-delà du ciel,

dans les paysages célébrés des outre-cieux
où la vigueur de tes ailes conduit les dignes.

Ta tête,
ô lumière des vierges Idées,
introuvable parmi les siècles
que restent profanes ceux qui ne peuvent s’élever
à la hauteur de tes visions,

idéalisant par la plus subtile essence de tes pensées
leur propre apparence terrestre.

Ô, là-bas ; Toi, enlevée, dans un lieu étranger,
sous protection étrangère, sur un sol étranger,

tu t’es dressée comme un phare pour les nostalgiques,
Toi en éclaireur pour l’esprit des nations,
au bon accueil des mœurs,
ton éblouissante silhouette hellène, modèle,

Idée parfaite venue du mont Ida,
présence vigoureuse, puissante,

ta vision source de mémoire
par surprise abolit l’oubli.

Depuis là-bas,
généreusement offerte,
ayant éveillé le désir du visage idéal,
te voilà qui cries de tout ton être,
à ce retour dans ton sanctuaire,

là où t’a voulue la suprême Pensée de tes dieux,

ô inflexible tu cries, Korè, ta requête
et des profondeurs de tes entrailles
tes paroles
frappent avec force aux portes des peuples,
exigeant à raison que le flambeau des Grands Hiérophantes
te revienne dans les mains,

tu cries, Déesse recluse dans un éclat factice,

n’emprisonnez pas ma liberté,
n’enchaînez plus ma vérité,

tu dénonces de ta voix de stentor
dont se nourrirent les initiés
ces orpailleurs qui vinrent voler,
mettant ta vie en pièces,
tu dénonces la ruine, la douleur et la misère

que tu répandis
lorsqu’on t’arracha à ton foyer,

et depuis là tu guides
l’ignorance des plus grands
vers le berceau de ton Âge d’or
patrie aujourd’hui humiliée,
manipulée par l’ineptie du hasard
à l’heure où ta haute raison fut déchue
par l’indigence spirituelle qu’imposèrent les étrangers.

Sévère tu montres le chemin de ton retour,
le foyer de la flamme originelle, éternelle
d’où jaillit l’inextinguible l’Etincelle Sensée de ton Esprit,

tu montres dirigée toute entière
vers ce bleu profond de l’océan de ton âme,
ce lieu simple mais merveilleux
qui a si sagement enfanté ta grandeur

Victoire de Samothrace !

LE RETOUR

Victoire,
fierté de la lignée de Pallas
et de Styx

diligente messagère ailée de Zeus
on t’envoie célébrer
cette exaltante nouvelle.

Ô, gracieuse tu souris et annonces
l’heureux terme de tes souffrances.

Je chante, Moi la voix,
le doux vœu réalisé
du lieu qui m’a vu naître,
à la libération de mon âme
un dithyrambe je déclame, ce péan victorieux
que des siècles durant j’ai tu,

et, radieuse
mon foyer j’habite libre
faisant jaillir, telle une source
les remèdes de la gloire,

de mon visage je dévoile la sublime vue
découvrant l’inapparent
rendant visible l’invisible.

Aux mains des justes
je m’offre en libation
et me montrant en sûreté
fais poindre ma lumière.

Des immortels mettant en valeur
la majestueuse voie du bonheur
aux éclatantes offrandes funéraires,
inoubliables et enviées
richesses subtilisées,
je m’en reviens vers eux.

Du fin fond de ma mémoire je tire
l’uniforme des purs
resplendissant, comme aux premiers jours,
dans mon sanctuaire j’étends ma dot
et à la lumière Solaire, originelle, de ma patrie
je sèche sur moi les larmes de mes enfants.

Aux pieds des héros
couronne immarcescible,
je m’offre généreuse
récompense entière,

et à l’esprit des demi-dieux,
paix assurée, par la défaite des barbares,
je me donne à jamais…

Arbre fécond en pleine croissance
puisant ma force de
la semence prénatale, invincible,
j’étends des branches immortelles
et donne aux quatre coins du Monde des fleurs salutaires,
des Grecs je fais connaître le bel esprit, qui m’embaume.

Sous le battement puissant de mes ailes,
clameurs de joie qui ébranlent la terre,
des eaux sacrées je déverrouille les portes,

que la main enflammée des Cabires a scellées,

je libère les mystères, fleuves éternels
dont rien n’entrave l’élan,
et entonnant le chant de feu,
j’accrois maintenant le savoir des peu nombreux

Moi, épée aiguisée dans l’insoutenable attente du retour
nouvelle sur mes terres je grave la vie en profondeur.

Flamme allumée, le flambeau de mon âme
par les chemins spirituels éthérés des initiés

j’éclaire le mystère de la parfaite genèse,

je fais jaillir des insondables profondeurs, sans étoile,
le plus divin, le plus lumineux savoir androgyne,

la face Entière, toute puissante du Diamant
de mes entrailles l’infinie matrice,

la chair du décharné je fais renaître
changeant la terre en Ciel Vénéré,
je rends chaque mortel immortel,

à la ressemblance des dieux
autant qu’il soit possible,
à cette heure avancée du zénith
avec moi comme j’élève l’être humain

donne au Latent la forme apollonienne
de Phébus le Délien
offre un discours de raison à l’impotent
et stérile silence,
de la plus haute vision je nais,
lumière irréfutable,

et ouvre les yeux endormis,
clos à triple tour, du sommeil.

Eclair doré
tonnant avec éclat
dans le cœur sans vie des Grecs,

je respire, nouvellement née, dans leurs poitrine
premier souffle,
le Discours divin, parfumé,
éternel.

Je sème l’esprit de Sagesse sur les lèvres glorieuses,
réanimant la gloire, jusqu’alors,
je fais don de la plus fraîche des figures hellènes,

et de l’intérieur de ma poitrine
flottant dans ma beauté bleue,
je brandis
mon honneur comme une épée de diamant
fière et sans tache
que je hisse hardiment.

Dans mon impénétrable sanctuaire
je dresse mon Etincelle Céleste

Belle, Pensante, Tout Harmonie,
Vénérable, Korè d’Axiocersa

la Vérité
je raffermis, intacte

et dans les vestiges d’hier,

sublime de l’esprit,
Corps de la perfection,

avec fermeté je me redresse,

Porte grande ouverte, Moi, vénérable figure de bienvenue ;

ô j’annonce, salut, salut,

au nouveau

jour qui se lève en Grèce !



e-genius.gr ...intelligent web software